shall
Pronunciation
/ʃæl/

Ορισμός και σημασία του "shall"στα αγγλικά

01

πρέπει, πάμε

used to ask advice, questions, or making suggestions using the pronoun I or we
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
shall
γ΄ ενικό πρόσωπο
shall
απλός αόριστος
should
Παραδείγματα
Shall I call the restaurant to make a reservation?
Πρέπει να τηλεφωνήσω στο εστιατόριο για να κάνω κράτηση;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store