shall
shall
ʃæl
shāl
smallshellstallspall

Ορισμός και σημασία του "shall"στα αγγλικά

01

πρέπει, πάμε

used to ask advice, questions, or making suggestions using the pronoun I or we 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
shall
γ΄ ενικό πρόσωπο
shall
απλός αόριστος
should
παθητική μετοχή
should
Παραδείγματα
Shall we go to the movies tonight? 

Πρέπει να πάμε σινεμά απόψε;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store