to put to
Pronunciation
/pʊt tuː/

Ορισμός και σημασία του "put to"στα αγγλικά

to put to
[phrase form: put]
01

υποβάλλω, παρουσιάζω

to present a plan or offer to someone for consideration
Transitive
to put to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put to
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts to
ενεστώτα μετοχή
putting to
απλός αόριστος
put to
παθητική μετοχή
put to
Παραδείγματα
The community leaders put the revised plan to the residents for a vote.
Οι ηγέτες της κοινότητας υπέβαλαν το αναθεωρημένο σχέδιο στους κατοίκους για ψήφο.
02

προκαλώ δυσκολία σε, δημιουργώ πρόβλημα σε

to cause inconvenience or problems for someone
Παραδείγματα
Let me carry that; I would n't want to put you to extra effort.
Άσε με να το κουβαλήσω· δεν θα ήθελα να σε βάλω σε επιπλέον κόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store