Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put to
[phrase form: put]
01
υποβάλλω, παρουσιάζω
to present a plan or offer to someone for consideration
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put to
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts to
ενεστώτα μετοχή
putting to
απλός αόριστος
put to
παθητική μετοχή
put to
Παραδείγματα
The community leaders put the revised plan to the residents for a vote.
Οι ηγέτες της κοινότητας υπέβαλαν το αναθεωρημένο σχέδιο στους κατοίκους για ψήφο.
02
προκαλώ δυσκολία σε, δημιουργώ πρόβλημα σε
to cause inconvenience or problems for someone
Παραδείγματα
Let me carry that; I would n't want to put you to extra effort.
Άσε με να το κουβαλήσω· δεν θα ήθελα να σε βάλω σε επιπλέον κόπο.



























