Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to point to
01
επισημαίνω, υποδηλώνω
to suggest that something is true or is the case
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
point
ενεστώτας
point to
γ΄ ενικό πρόσωπο
points to
ενεστώτα μετοχή
pointing to
απλός αόριστος
pointed to
παθητική μετοχή
pointed to
Παραδείγματα
The sudden decline in sales points to a decrease in consumer interest.
Η απότομη πτώση των πωλήσεων δείχνει μείωση του ενδιαφέροντος των καταναλωτών.
02
δείχνω, επισημαίνω
to physically gesture toward something or someone using one's finger or another object
Παραδείγματα
He pointed to his friend in the crowd, letting us know where he was.
Έδειξε τον φίλο του στο πλήθος, μας ενημερώνοντας πού ήταν.



























