Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to point to
[phrase form: point]
01
επισημαίνω, υποδηλώνω
to suggest that something is true or is the case
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
point
ενεστώτας
point to
γ΄ ενικό πρόσωπο
points to
ενεστώτα μετοχή
pointing to
απλός αόριστος
pointed to
παθητική μετοχή
pointed to
Παραδείγματα
Her consistent good grades point to her dedication and hard work.
Οι σταθερές καλές βαθμολογίες της δείχνουν την αφοσίωση και τη σκληρή δουλειά της.
02
δείχνω, επισημαίνω
to physically gesture toward something or someone using one's finger or another object
Παραδείγματα
During the treasure hunt, the clue pointed to the old oak tree in the park.
Κατά τη διάρκεια του κυνήγιου θησαυρού, το στοιχείο έδειχνε προς την παλιά δρυά στο πάρκο.



























