Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take a shine to somebody or something
to take a shine to somebody or something
01
συμπαθεί αμέσως, δένεται με
to start having feelings of attachment or fascination toward someone or something
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I really took a shine to that little café.
Συμπάθησα αμέσως εκείνο το μικρό καφέ.



























