Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep on
01
αναβάλλω την απόφαση, κοιμάμαι πάνω στην απόφαση
to postpone making a decision until the next day or a later time, often to think about it more
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep on
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps on
ενεστώτα μετοχή
sleeping on
απλός αόριστος
slept on
παθητική μετοχή
slept on
Παραδείγματα
Rather than rushing into an agreement, they decided to sleep on the partnership offer and reconvene later.
Αντί να βιαστούν σε μια συμφωνία, αποφάσισαν να κοιμηθούν πάνω στην προσφορά συνεργασίας και να συνεδριάσουν αργότερα.
02
αγνοώ, υποτιμώ
to ignore or undervalue someone or something
αργκό
Παραδείγματα
People are really sleeping on that restaurant down the street.
Οι άνθρωποι πραγματικά αγνοούν αυτό το εστιατόριο στο τέλος του δρόμου.



























