Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh in
01
παρεμβαίνω, εκφράζω τη γνώμη μου
to get involved in an argument, discussion, or activity and share one's opinions
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh in
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs in
ενεστώτα μετοχή
weighing in
απλός αόριστος
weighed in
παθητική μετοχή
weighed in
Παραδείγματα
The CEO wanted to weigh in and offer guidance on the strategic direction of the company.
Ο CEO ήθελε να επέμβει και να προσφέρει καθοδήγηση για τη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας.
02
ζυγίζομαι, ζυγίζω
to find one's weight, especially in an official measurement before or after a contest
Παραδείγματα
Before the fitness competition, all contestants must weigh in to ensure fair play.
Πριν από τον διαγωνισμό fitness, όλοι οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να ζυγιστούν για να διασφαλιστεί δίκαιο παιχνίδι.



























