Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh in
[phrase form: weigh]
01
παρεμβαίνω, εκφράζω τη γνώμη μου
to get involved in an argument, discussion, or activity and share one's opinions
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh in
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs in
ενεστώτα μετοχή
weighing in
απλός αόριστος
weighed in
παθητική μετοχή
weighed in
Παραδείγματα
The professor welcomed students to weigh in with their interpretations of the literary text.
Ο καθηγητής προσκάλεσε τους φοιτητές να συμμετάσχουν με τις ερμηνείες τους για το λογοτεχνικό κείμενο.
02
ζυγίζομαι, ζυγίζω
to find one's weight, especially in an official measurement before or after a contest
Παραδείγματα
Contestants are required to weigh in before the dance competition begins.
Οι διαγωνιζόμενοι απαιτείται να ζυγιστούν πριν από την έναρξη του διαγωνισμού χορού.



























