Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in favor
01
υπέρ, για
used to show support for or agreement with someone or something
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The majority of the board members were in favor of the proposed budget increase.
Η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ήταν υπέρ της προτεινόμενης αύξησης του προϋπολογισμού.
in one's favor
01
in a way that gives someone an advantage over something or someone



























