Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall in with
01
συμφωνώ με, αποδέχομαι
to agree to something, such as an idea, suggestion, etc.
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls in with
ενεστώτα μετοχή
falling in with
απλός αόριστος
fell in with
παθητική μετοχή
fallen in with
Παραδείγματα
Sarah decided to fall in with her friend's proposal to start a book club.
Η Σάρα αποφάσισε να συμφωνήσει με την πρόταση του φίλου της να ξεκινήσει ένα λέσχη βιβλίου.
02
εντάσσομαι σε, προσχωρώ σε
to join a group of people
Παραδείγματα
After wandering alone at the event, Alex decided to fall in with a friendly crowd.
Αφού περιπλανήθηκε μόνος στην εκδήλωση, ο Alex αποφάσισε να ενταχθεί σε μια φιλική παρέα.



























