Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dopiaza
01
ντοπιάζα, ένα πιάτο κρέας μαγειρεμένο σε σάλτσα κρεμμυδιού
a dish of meat cooked in an onion sauce, originated in South Asia and Iran
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dopiaza



























