Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baking flour
01
αλεύρι ζαχαροπλαστικής, αλεύρι ψησίματος
a mixture of flour, baking powder and salt that is used for baking breads, rolls and cookies
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























