pay-per-view
pay
peɪ
πει
per
pɜ:
περ
view
vju:
βγου

Ορισμός και σημασία του "pay-per-view"στα αγγλικά

01

πληρωμή ανά προβολή, κατ' απαίτηση πληρωμή

a broadcasting system in which the viewer has to pay to watch a particular program 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pay-per-views
Παραδείγματα
The concert was available on pay-per-view, but I chose to watch it online for free. 

Η συναυλία ήταν διαθέσιμη σε pay-per-view, αλλά επέλεξα να την παρακολουθήσω online δωρεάν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store