running order
ru
ˈrʌ
ra
nning
nɪng
ning
or
ɔ:
aw
der

Ορισμός και σημασία του "running order"στα αγγλικά

01

σειρά εμφάνισης, λεπτομερές πρόγραμμα

the arranged sequence of items in a television program or of performers in a team 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
running orders
Παραδείγματα
The host kept glancing at the running order to stay on track during the broadcast. 

Ο παρουσιαστής κοιτούσε συνεχώς τη σειρά παρουσίασης για να παραμείνει στο σωστό δρόμο κατά τη διάρκεια της μετάδοσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store