Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
X-efficiency
01
x-αποτελεσματικότητα, αποτελεσματικότητα-x
(economics) a company's inability to achieve maximum output from the input due to imperfect competition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























