Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remix
01
remix, νέα έκδοση
a new version of an existing record made by rearranging or adding new pieces to it, using a special device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remixes
Παραδείγματα
The exhibit showcased a remix of traditional crafts with digital elements.
Η έκθεση παρουσίασε ένα remix παραδοσιακών τεχνών με ψηφιακά στοιχεία.
to remix
01
ριμίξαρω, φτιάχνω ριμίξ
to produce a new version of a recorded piece of music by rearranging or adding new pieces to it, using a special device
Transitive: to remix sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remix
γ΄ ενικό πρόσωπο
remixes
ενεστώτα μετοχή
remixing
απλός αόριστος
remixed
παθητική μετοχή
remixed
Παραδείγματα
He remixed the speech into a catchy protest song.
Έκανε remix την ομιλία σε έναν ελκυστικό προτεστάντισκο ύμνο.
Λεξικό Δέντρο
remix
mix



























