Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to zoom out
01
ελαττώνω, απομακρύνω
to adjust the lens of a camera in a way that makes the person or thing being filmed or photographed appear further away or smaller
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
zoom
ενεστώτας
zoom out
γ΄ ενικό πρόσωπο
zooms out
ενεστώτα μετοχή
zooming out
απλός αόριστος
zoomed out
παθητική μετοχή
zoomed out
Παραδείγματα
The videographer needed to zoom out to include the entire stage during the live performance.
Ο βιντεογράφος χρειάστηκε να απομακρύνει το ζουμ για να συμπεριλάβει ολόκληρη τη σκηνή κατά τη ζωντανή παράσταση.



























