Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
young adult
01
νεαρός ενήλικας, εφηβικός
relating to movies or programs that are suitable or made for adolescents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Young adult
01
νεαρός ενήλικας, ενήλικας νεαρός
a young person who has reached the age of adulthood, usually between the ages of 18 to 30
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
young adults
Παραδείγματα
Young adults often face challenges related to career and financial independence.
Οι νεαροί ενήλικες συχνά αντιμετωπίζουν προκλήσεις σχετικές με την καριέρα και την οικονομική ανεξαρτησία.



























