Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take the lead
01
to be a front runner or pioneer in something
to take the lead
01
παίρνω την πρωτοβουλία, αναλαμβάνω την ηγεσία
to agree to be in charge of a situation
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
the lead
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take the lead
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes the lead
ενεστώτα μετοχή
taking the lead
απλός αόριστος
took the lead
παθητική μετοχή
taken the lead



























