Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Internet service provider
01
πάροχος υπηρεσιών Διαδικτύου, ΠΥΔ
a company that provides its customers with Internet access and related services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Internet service providers
Παραδείγματα
My Internet service provider is offering a new plan with faster speeds.
Ο παρόχος υπηρεσιών Internet μου προσφέρει ένα νέο πρόγραμμα με γρηγορότερες ταχύτητες.



























