Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Internet service provider
/ˈɪntɚnˌɛt sˈɜːvɪs pɹəvˈaɪdɚ/
ISP
Internet service provider
01
πάροχος υπηρεσιών Διαδικτύου, ΠΥΔ
a company that provides its customers with Internet access and related services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Internet service providers
Παραδείγματα
The ISP's customer service was very helpful when I had trouble setting up my router.
Η εξυπηρέτηση πελατών του παρόχου υπηρεσιών Internet ήταν πολύ χρήσιμη όταν είχα πρόβλημα με τη ρύθμιση του δρομολογητή μου.



























