car phone
car
kɑ:
kaa
phone
fəʊn
fewn

Ορισμός και σημασία του "car phone"στα αγγλικά

01

τηλέφωνο αυτοκινήτου, κινητό τηλέφωνο για αυτοκίνητο

a mobile radio telephone that is designed to be used in a vehicle 
car phone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car phones
Παραδείγματα
The car phone was a lifesaver when I needed to call for help on the highway. 

Το αυτοκινητόφωνο ήταν σωτήρας όταν χρειάστηκε να καλέσω για βοήθεια στην εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store