Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Womenswear
01
γυναικεία ρούχα, γυναικεία μόδα
clothing for women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
womenswears
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γυναικεία ρούχα, γυναικεία μόδα