womenswear
wo
ˈwɪ
vi
mens
mɪnz
minz
wear
wɛə
veē
women's wear

Ορισμός και σημασία του "womenswear"στα αγγλικά

01

γυναικεία ρούχα, γυναικεία μόδα

clothing for women 
womenswear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
womenswears
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store