Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kitten heel
01
τακούνι γατούλα, λεπτό και κοντό τακούνι
a type of thin heel on a woman's shoe, not longer than two inches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kitten heels



























