Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Athletic shoe
01
αθλητικό παπούτσι, παπούτσι γυμναστικής
a shoe made of thick cotton or leather used for playing sports
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
athletic shoes



























