Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wet look
01
βρεγμένο look, βρεγμένο εφέ
a shiny and wet appearance of the hair, artificially induced by hair gel or chemical treatment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wet looks
LanGeek



























