Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beauty school
01
σχολή ομορφιάς, ακαδημία αισθητικής
a place where people are trained in order to cut hair, do makeup, etc. professionally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beauty schools
LanGeek



























