koi
koi
kɔɪ
koy
roigoycoysoy

Ορισμός και σημασία του "koi"στα αγγλικά

01

κοϊ, καρπός κοϊ

a large ornamental fish of the carp family originated in Japan 
koi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
koi

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store