boat paddle
boat
ˈbəʊt
bewt
pa
ddle
dəl
dēl

Ορισμός και σημασία του "boat paddle"στα αγγλικά

01

κουπί, κοντό κουπί

a short light oar used without an oarlock to propel a canoe or small boat 
boat paddle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boat paddles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store