yowl
yowl
jaʊl
γαουλ
/jˈa‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "yowl"στα αγγλικά

to yowl
01

ουρλιάζω, νιαουρίζω

cry loudly, as of animals
to yowl definition and meaning
02

ουρλιάζω, κραυγάζω

utter shrieks, as of cats
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
yowls
ενεστώτα μετοχή
yowling
απλός αόριστος
yowled
παθητική μετοχή
yowled
01

ουρλιαχτό, διαπεραστική κραυγή

a very loud utterance (like the sound of an animal)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yowls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store