Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yowl
01
ουρλιάζω, νιαουρίζω
cry loudly, as of animals
02
ουρλιάζω, κραυγάζω
utter shrieks, as of cats
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
yowls
ενεστώτα μετοχή
yowling
απλός αόριστος
yowled
παθητική μετοχή
yowled
Yowl
01
ουρλιαχτό, διαπεραστική κραυγή
a very loud utterance (like the sound of an animal)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yowls



























