Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boa constrictor
01
μπόα στραγγαλιστήρας, μπόα
a very large non-venomous snake of the boa family with dark brown marks, originated in tropical South America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boa constrictors
LanGeek



























