yokel
yo
ˈjəʊ
yew
kel
kəl
kēl
yodel

Ορισμός και σημασία του "yokel"στα αγγλικά

01

χωριάτης, αγροίκος

a naive, unsophisticated, or poorly educated person from a rural area 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yokels
Παραδείγματα
The city slickers laughed at the yokel who had never seen a skyscraper before. 

Οι αστικοί γέλασαν με τον χωριάτη που δεν είχε δει ποτέ ουρανοξύστη πριν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yokelish
yokel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store