blustering
blus
ˈblʌs
blas
te
ring
rɪng
ring
blistering

Ορισμός και σημασία του "blustering"στα αγγλικά

blustering
01

φαφλατάς, επιθετικός

having a forceful or overly assertive manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blustering
συγκριτικός βαθμός
more blustering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, communication, personality
Παραδείγματα
The politician’s blustering speech failed to convince the crowd. 

Ο θορυβώδης λόγος του πολιτικού απέτυχε να πείσει το πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blustering
bluster
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store