blusterer
blus
ˈblʌs
μπλασ
te
τα
rer
ər
αρ
blubbererblunderer

Ορισμός και σημασία του "blusterer"στα αγγλικά

01

κομπορρήμων, φαφλατάς

a person who causes trouble by speaking indiscreetly 
blusterer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blusterers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store