Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blusterer
01
κομπορρήμων, φαφλατάς
a person who causes trouble by speaking indiscreetly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blusterers



























