yellow-gray
yellow
jɛləʊgreɪ
yelewgrei
gray
yellow-grey

Ορισμός και σημασία του "yellow-gray"στα αγγλικά

yellow-gray
01

κίτρινο-γκρι

having a mixture of yellow with the subtlety of gray for a stylish and balanced look 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most yellow-gray
συγκριτικός βαθμός
more yellow-gray
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bedroom walls were painted in a cheerful and modern yellow-gray color, creating a vibrant yet soothing ambiance. 

Οι τοίχοι του υπνοδωματίου ήταν βαμμένοι σε ένα χαρούμενο και μοντέρνο κίτρινο-γκρι χρώμα, δημιουργώντας μια ζωντανή αλλά και χαλαρωτική ατμόσφαιρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store