Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
yellow-gray
01
κίτρινο-γκρι
having a mixture of yellow with the subtlety of gray for a stylish and balanced look
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most yellow-gray
συγκριτικός βαθμός
more yellow-gray
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kitchen accessories had a trendy yellow-gray finish, infusing the space with a modern aesthetic.
Τα αξεσουάρ κουζίνας είχαν μια μοντέρνα κίτρινο-γκρι επίστρωση, δίνοντας στον χώρο μια σύγχρονη αισθητική.



























