yardmaster
yard
jɑrd
γαρντ
mas
mæs
μαισ
ter
tər
ταρ
/jˈɑːdmastə/

Ορισμός και σημασία του "yardmaster"στα αγγλικά

01

επιστάτης σταθμού, πρωτοστάτης σταθμού

a railroad employee responsible for managing operations within a railroad yard
Παραδείγματα
She coordinated with the yardmaster to organize incoming shipments.
Συντονίστηκε με τον προϊστάμενο του σταθμού για να οργανώσει τις εισερχόμενες αποστολές.

Λεξικό Δέντρο

yardmaster

yard

+

master

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store