wuss
Pronunciation
/ˈwəs/

Ορισμός και σημασία του "wuss"στα αγγλικά

01

δειλός, φόβητσο

a person regarded as weak, timid, or lacking courage, especially seen as unmanly
Dialectamerican flagAmerican
wuss definition and meaning
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wusses
Παραδείγματα
The team mocked the player as a wuss for faking an injury.
Η ομάδα κορόιδεψε τον παίκτη αποκαλώντας τον δειλό για την προσποίηση τραυματισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store