Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to write up
01
εμφανίζω, εκθέτω
to display information publicly and clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
write
ενεστώτας
write up
γ΄ ενικό πρόσωπο
writes up
ενεστώτα μετοχή
writing up
απλός αόριστος
wrote up
παθητική μετοχή
written up
Παραδείγματα
The teacher asked the students to write up their answers on the chalkboard for everyone to review.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να γράψουν τις απαντήσεις τους στον πίνακα για να τις επανεξετάσουν όλοι.
02
συγγράφω, γράφω
to transform thoughts or notes into a finished and organized written form
Παραδείγματα
The author spent months writing up the manuscript for the novel.
Ο συγγραφέας πέρασε μήνες γράφοντας το χειρόγραφο του μυθιστορήματος.
03
αναπροσαρμογή αξίας, αύξηση της λογιστικής αξίας
to increase the recorded value of assets or stocks, usually for accounting purposes
Παραδείγματα
The company decided to write up the value of its inventory to reflect the current market prices accurately.
Η εταιρεία αποφάσισε να αυξήσει την αξία των αποθεμάτων της για να αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τις τρέχουσες τιμές της αγοράς.
Write up
01
κριτική, ανάλυση
a brief piece in a newspaper or magazine in which the writer gives an opinion about a new movie, book, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
write-ups



























