Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Write-off
01
διαγραφή, ακύρωση
the act of canceling a debt or financial obligation, often due to it being deemed uncollectible or not worth pursuing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
write-offs
Παραδείγματα
They applied the write-off to their financial records, reducing their reported losses.
Εφάρμοσαν τη διαγραφή στα οικονομικά τους αρχεία, μειώνοντας τις αναφερόμενες απώλειές τους.
02
διαγραφή, απόσβεση
(accounting) reduction in the book value of an asset
03
απρόοδος περίοδος, χαμένος χρόνος
a period of time in which one fails to accomplish anything



























