wrecked
wrecked
rɛkt
ρεκτ
/ɹˈɛkt/

Ορισμός και σημασία του "wrecked"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, χαλασμένος

destroyed in an accident
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrecked
συγκριτικός βαθμός
more wrecked
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store