Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
World record
01
παγκόσμιο ρεκόρ, καλύτερη παγκόσμια επίδοση
the best performance ever achieved in a particular sport, activity, or field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
world records



























