workforce
Pronunciation
/ˈwɜrkfɔrs/
work force

Ορισμός και σημασία του "workforce"στα αγγλικά

01

εργατικό δυναμικό, προσωπικό

all the individuals who work in a particular company, industry, country, etc.
workforce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
workforces
Παραδείγματα
Economic growth is often influenced by the productivity and size of the workforce.
Η οικονομική ανάπτυξη επηρεάζεται συχνά από την παραγωγικότητα και το μέγεθος του εργατικού δυναμικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store