workforce
work
ˈwɜ:k
ουερκ
force
fɔ:s
φοσ
work force

Ορισμός και σημασία του "workforce"στα αγγλικά

01

εργατικό δυναμικό, προσωπικό

all the individuals who work in a particular company, industry, country, etc. 
workforce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
workforces
Παραδείγματα
The company plans to expand its workforce by hiring an additional 200 employees this year. 

Η εταιρεία σχεδιάζει να επεκτείνει τον εργατικό της δυναμικό προσλαμβάνοντας 200 επιπλέον υπαλλήλους φέτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

workforce

work

+

force

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store