work table
work
ˈwɜ:k
vēk
ta
teɪ
tei
ble
bəl
bēl
/wˈɜːk tˈeɪbəl/

Ορισμός και σημασία του "work table"στα αγγλικά

01

τραπέζι εργασίας, γραφείο

a table designed for a particular task
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
work tables
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store