Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Work permit
01
άδεια εργασίας, άδεια για εργασία
a piece of document which shows a person has the right to work in a particular country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
work permits



























