Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work over
01
δέρνω, ξυλοκοπώ
to subject an individual to physical punishment or aggression by beating them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work over
γ΄ ενικό πρόσωπο
works over
ενεστώτα μετοχή
working over
απλός αόριστος
worked over
παθητική μετοχή
worked over
Παραδείγματα
The bullies decided to work him over after school for standing up to them.
Οι νταήδες αποφάσισαν να τον δείρουν μετά το σχολείο γιατί τους αντιστάθηκε.
02
επεξεργάζομαι, βελτιώνω
to refine the first version of a product, design, or concept
Παραδείγματα
The engineer worked over the schematic to optimize the circuit design.
Ο μηχανικός δούλεψε πάνω στο σχέδιο για να βελτιστοποιήσει το σχεδιασμό του κυκλώματος.



























