to work off
work
wɜ:k
vēk
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "work off"στα αγγλικά

to work off
01

απαλλαγώ από, εξαλείφω

to actively make effort to make something disappear 
to work off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work off
γ΄ ενικό πρόσωπο
works off
ενεστώτα μετοχή
working off
απλός αόριστος
worked off
παθητική μετοχή
worked off
Παραδείγματα
We need to work off the negative perceptions by demonstrating improvement. 

Πρέπει να δουλέψουμε για να εξαλείψουμε τις αρνητικές αντιλήψεις δείχνοντας βελτίωση.

02

καίω, ξεφορτώνομαι

to burn calories by physical activity especially after consuming a substantial amount of food 
Παραδείγματα
He needs to work those extra calories off by going for a run. 

Πρέπει να ξεφορτωθεί αυτές τις επιπλέον θερμίδες πηγαίνοντας για τρέξιμο.

03

ξεπληρώνω με δουλειά, δουλεύω για να αποπληρώσω

to decrease the amount of money owed either by earning money to repay it or working directly for the owed party 
Παραδείγματα
Can you work off the borrowed amount by completing tasks for the lender? 

Μπορείτε να αποπληρώσετε το δανεισμένο ποσό ολοκληρώνοντας εργασίες για τον δανειστή;

04

ξεσπώ, απαλλάσσομαι

to release or reduce a strong feeling, especially anger, through physical activity 
Παραδείγματα
He worked off his frustration by running. 

Εξέφρασε την απογοήτευσή του τρέχοντας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store