to work off
Pronunciation
/wˈɜːk ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "work off"στα αγγλικά

to work off
[phrase form: work]
01

απαλλαγώ από, εξαλείφω

to actively make effort to make something disappear
to work off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work off
γ΄ ενικό πρόσωπο
works off
ενεστώτα μετοχή
working off
απλός αόριστος
worked off
παθητική μετοχή
worked off
Παραδείγματα
The meditation sessions are effective in working off mental exhaustion.
Οι συνεδρίες διαλογισμού είναι αποτελεσματικές στην απομάκρυνση της ψυχικής εξάντλησης.
02

καίω, ξεφορτώνομαι

to burn calories by physical activity especially after consuming a substantial amount of food
Παραδείγματα
The family decided to work off the Thanksgiving meal with a friendly game of soccer.
Η οικογένεια αποφάσισε να καταναλώσει το γεύμα της Ημέρας των Ευχαριστιών με ένα φιλικό παιχνίδι ποδοσφαίρου.
03

ξεπληρώνω με δουλειά, δουλεύω για να αποπληρώσω

to decrease the amount of money owed either by earning money to repay it or working directly for the owed party
Παραδείγματα
The student worked off the loan by contributing to a research project for the professor.
Ο φοιτητής αποπλήρωσε το δάνειο συμβάλλοντας σε ένα ερευνητικό έργο για τον καθηγητή.
04

ξεσπώ, απαλλάσσομαι

to release or reduce a strong feeling, especially anger, through physical activity
Παραδείγματα
She worked off her irritation with a long walk.
Αυτή ξεθύμανε την ενόχλησή της με έναν μακρύ περίπατο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store