wordplay
word
wɜrd
vērd
play
pleɪ
plei
/ˈwɜːdpleɪ/

Ορισμός και σημασία του "wordplay"στα αγγλικά

01

λογοπαίγνιο

a humorous play on words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store