word sense
word
wɜ:d
vēd
sense
sɛns
sens

Ορισμός και σημασία του "word sense"στα αγγλικά

01

έννοια της λέξης, σημασία της λέξης

the specific meaning or interpretation of a word in a given context or language 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
word senses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store