woodcock
wood
ˈwʊd
vood
cock
kɒk
kok
woodchuckwoodblock

Ορισμός και σημασία του "woodcock"στα αγγλικά

01

μπεκάτσα, ευρωπαϊκή μπεκάτσα

a Eurasian shorebird of the sandpiper family that lives in wet woodlands and is often hunted as game bird 
woodcock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
woodcocks
02

μπεκάτσα που υφίσταται περίθλαση, μπεκάτσα σε περίθλαση

undergo diffraction 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

woodcock

wood

+

cock

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store