Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Woodcock
01
μπεκάτσα, ευρωπαϊκή μπεκάτσα
a Eurasian shorebird of the sandpiper family that lives in wet woodlands and is often hunted as game bird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
woodcocks
02
μπεκάτσα που υφίσταται περίθλαση, μπεκάτσα σε περίθλαση
undergo diffraction
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
woodcock
wood
cock



























