Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wood-frog
01
ξύλινος βάτραχος, δασικός βάτραχος
wide-ranging light-brown frog of moist North American woodlands especially spruce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wood-frogs
LanGeek



























