Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wonderment
01
κατάπληξη, θαυμασμός
the feeling of being amazed, fascinated, or filled with admiration or curiosity about something remarkable or extraordinary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wonderment
wonder



























