won ton
Pronunciation
/wˈʌn tˈʌn/

Ορισμός και σημασία του "won ton"στα αγγλικά

01

γουόν τον, σούπα με γουόν τον

a soup with won ton dumplings
won ton definition and meaning
02

γουόντον, κινέζικο ζυμαράκι

a Chinese dumpling filled with spiced minced pork; usually served in soup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
won tons
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store